Login
  • Username:

    Password:
  • Remember my login on this computer
  • Register
Archives
Categories
  • 1 (2)
Users online
  • Users: 1 Guest
  • Most Users Ever Online Is On January 1, 2014 @ 9:33 am

December 16th, 2010

Αγάπη !
Εσύ ψυχή του θεού του ουρανού καμάρι,
κάτω στην γη ως άνθρωπος που περπατάς.
Καντήλι αλήθειας σου ανάβω μέσα στον άδη σου,
φως σου αγάπη να έχεις,
στον ουρανό με τα πόδια τυφλή καρδιά που περπατάς.
Δικό σου δώρο απο την αγάπη του πατέρα θεού και απο τον υιό του,
και όχι του σκότους σου , αυτού του θεού που αντί τον χριστό τυφλός εσυ τον σατανά προσκυνάς.
Αγάπη,
εσύ που λευκό περιστέρι στην ψυχή σου έχεις και το πνεύμα του ουρανού,
στον ουρανό της ψυχής σου λαχταράς να έχεις και δικό σου,
εσύ το εσφαγμένο αρνί, εσύ ο ιησούς χριστός που είπε,
ο εαυτός του.
Εσύ ελλάδα μου γλυκιά, εσύ η αγάπη των γραμάτων και της ανθρωπιάς,
εσύ του μοντέρνου πολιτισμού,
ο γκόημ των εχθρών σου.
Χριστέ εαυτέ, ελλάδα μου,
κάποιε άλλε θεέ απο το ένα το πνεύμα που σου μιλάει.
Εσύ αγάπη.
Που αντί για την αγάπη της λευκής περιστεράς.
Αγαπάς ότι πρέπει να αγαπάς, τα πρέπει του νόμου της κατάρας του δένδρου της γνώσης των αποστατών διδασκάλων σου, από την φύση ψυχή σου Θεό, αγάπη.
Οι διδασκάλοι σου που είναι οι πόρνοι,
οι έχιδνες , οι μάγοι, οι δειλοί, τα γουρούνια έλληνες στην εικόνα σου, μα εβραίοι στην καρδιά, η πόρνη εκκλησία των τεσσάρων μιναρέδων και των μασονικών στοών , Ελλάδα μου, που σήμερα ακόμα σε σταυρώνει εσένα και τα παιδιά σου !!


***
Ιωάννης Βασιλεύς του Ουράνιου Πατέρα Θεού των ανθρώπων
την γη του φωτός, της Εκκλησίας της Αγίας Ορθοδοξίας του Θεού …που λέγει…έξω απο τον οίκο Μου οι πόρνοι!
οι ψεύτες, οι μάγοι, οι δειλοί, ότι η σημερινή εκκλησία της αντίχριστης και καταραμένης απο εβραιότουρκους ιερείς, της Ελλάδος.

Print This Post Print This Post
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading ... Loading ...

Κυριακή Προσευχή

December 16th, 2010

Η Κυριακή προσευχή, η οποία ονομάστηκε έτσι γιατί παραδόθηκε στους Αποστόλους από τον ίδιο τον Κύριο, έχει ως κεντρική έννοιά της τον διακαή πόθο για τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού. Όλα όσα λέγονται σ’ αυτήν τούτο το στόχο υπηρετούν. Δεν είναι μια προσευχή που απλώς καλύπτει τις ατομικές, τις οικογενειακές, ή τις κοινωνικές μας ανάγκες αλλά μια πύρινη κραυγή που ενσαρκώνει με λέξεις το διαχρονικό όραμα της Εκκλησίας για τη Βασιλεία του Θεού. Η πατρική σχέση με το Θεό, η φανέρωση της αγιότητάς του, η εφαρμογή του θελήματός του, η εξασφάλιση των ψυχοσωματικών αναγκών του ανθρώπου, η αλληλοσυγχωρητικότητα, η υπομονή στους πειρασμούς κι η αποδυνάμωση του Διαβόλου οριοθετούν την εμπειρία της βασιλείας του Θεού.

Επειδή η φράση «βασιλεία του Θεού» μπορεί να δημιουργήσει κάποιες ερμηνευτικές παρανοήσεις να διευκρινίσω ότι η φράση αυτή δεν αναφέρεται μόνο σε μια μετα-θάνατον κατάσταση ζωής αλλά σε μια συγκλονιστική εμπειρία, που έχει την αρχή της στο εδώ και τώρα της ζωής. Γινόμαστε πολίτες της βασιλείας του Θεού όχι μετά το θάνατό μας αλλά πριν απ’ αυτόν. Ο Κύριος τόνιζε ότι η «βασιλεία του Θεού εντός υμών εστί». Η Εκκλησία, ως χάρη, ευλογία και αγάπη του Θεού, είναι η κοινωνία εκείνη που μας εισάγει από τώρα στη Βασιλεία του Κυρίου. Με τη μυστηριακή ζωή της μπολιάζει αδιάκοπα το παρόν με τη ζωογόνα πνοή της αιώνιας βασιλείας Του. Τα μυστήρια της Εκκλησίας, μάς προσφέρουν τη δυνατότητα να ζούμε από του νυν τη βασιλεία του Θεού και στο δικό της φως να μεταμορφώνουμε και να ανακαινίζουμε τη ζωή μας. Θα προσπαθήσουμε στη συνέχεια να σχολιάσουμε κάθε φράση της προσευχής γνωρίζοντας βεβαίως ότι ο καλύτερος σχολιασμός δεν είναι η φιλολογική ή θεολογική ανάλυση αλλά η έμπρακτη εφαρμογή της προσευχής στην καθημερινή μας ζωή.

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς
(Πατέρα μας -που βρίσκεσαι- στους ουρανούς)

Η προσφώνηση “Πάτερ”, (δηλαδή Πατέρα), φανερώνει την τρυφερή και στοργική σχέση που συνδέει τους ανθρώπους με το Θεό. Ο Θεός είναι ο στοργικός Πατέρας μας κι εμείς τα αγαπημένα παιδιά Του. Δεν είναι ο αυστηρός τιμωρός, που καιροφυλακτεί χαιρέκακα και εκδικητικά για να μας τιμωρήσει. Δεν είναι ο απρόσωπος χωροφύλακας της παγκόσμιας ηθικής τάξης. Δεν είναι ο παντοδύναμος αφέντης, που απαιτεί την τυφλή υποταγή από τα δημιουργήματά Του. Δεν είναι το θεωρητικό είναι των φιλοσόφων ούτε και η απρόσωπη παγκόσμια συνείδηση των διαφόρων θρησκευμάτων της Άπω Ανατολής. Για τη Χριστιανική πίστη και την εκκλησιαστική εμπειρία ο Θεός είναι ο αγαπημένος μας Πατέρας κι εμείς τα μονάκριβα και πολυφίλητα παιδιά του. Έχουμε την μοναδική και αξεπέραστη τιμή, η οποία ταυτόχρονα είναι και μεγάλη ευθύνη, να είμαστε παιδιά του Θεού και με δική του παρότρυνση να μπορούμε να τον προσφωνούμε με το στοργικό προσωνύμιο Πατέρα.

Το να αποκαλούμε, όμως, το Θεό Πατέρα δεν είναι μια τυπική προσφώνηση χωρίς κανένα ουσιαστικό νόημα ή περιεχόμενο. Πίσω από την προσφώνηση αυτή αποκαλύπτεται η απροσμέτρητη αγάπη του Θεού προς εμάς και ταυτόχρονα υποδηλώνεται η εμπιστοσύνη που καλούμαστε να δείχνουμε σ´ Αυτόν. Αν πραγματικά αισθανόμαστε ότι ο Θεός είναι ο πατέρας μας τότε θα πρέπει να δεχόμαστε τα πάντα στη ζωή μας ως δικές του ευλογίες έστω κι αν βιώνουμε τη Χάρη ως πόνο, ως οδύνη και ως σταυρό. Βεβαίως αυτό εύκολα λέγεται, πολύ δύσκολα όμως βιώνεται. Η δυσκολότερη βαθμίδα της πίστης ίσως να είναι η αγόγγυστη αποδοχή της σταυρικής διάστασης της ζωής. Νομίζω ότι όλοι έχουμε προσωπική εμπειρία του πόσο δύσκολο είναι να ερμηνεύσουμε την απρόσμενη απώλεια ή την ανίατη και βασανιστική ασθένεια ενός πολύ κοντινού μας προσώπου ως έκφραση θεϊκής ευλογίας κι ως φανέρωση πατρικής αγάπης. Εκείνη την ώρα ένα πελώριο γιατί έρχεται να ταλαιπωρήσει την πίστη μας στην αγαπητική πρόνοια του Θεού. Ευλογημένοι οι άνθρωποι εκείνοι που την κρίσιμη ετούτη στιγμή, αταλάντευτα στεριωμένοι στην πίστη τους, αφήνουν τη ζωή τους στην πρόνοια του Θεού κι αποθέτουν τις αγωνίες, τις έγνοιες και τις ανησυχίες τους στη δική Του αγάπη. Αυτοί κάνουν πράξη τη λειτουργική προτροπή «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών, Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Όλοι εμείς οι άλλοι, όμως, που η πίστη μας βρίσκεται σ’ ένα νηπιακό στάδιο ανάπτυξης αποκαλούμε με τα χείλη μας το Θεό πατέρα αλλά αμφισβητούμε με τη στάση μας την πατρική του πρόνοια.

Υπάρχει ακόμα και κάτι άλλο που πρέπει να επισημάνουμε. Όταν αποκαλούμε το Θεό Πατέρα έχουμε εξαιρετικό παράδειγμα για την ποιότητα της πατρικής ιδιότητάς του. Στην γνωστή παραβολή του Ασώτου ή του Σπλαγχνικού Πατέρα όπως θα ’πρεπε καλύτερα να ονομάζεται, ο Πατέρας (δηλαδή ο Θεός) μας δίνει άριστα δείγματα γραφής για την πατρική συμπεριφορά. Ας δούμε τις τρεις σημαντικότερες φάσεις στη στάση του Πατέρα. Στην αρχή τον βλέπουμε να αποδέχεται και να σέβεται την ελευθερία του παιδιού του έστω κι αν αυτή στρέφεται εναντίον του. Όταν ο μικρότερος γιος τού ζητά το υποτιθέμενο δικαίωμά του στην γονική περιουσία όχι μόνο δεν αντιδρά βίαια, όχι μόνο δεν απορρίπτει ασυζητητί την αλαζονική και υβριστική απρέπεια του νεαρού αλλά «υποκύπτει» σ’ αυτή την απαίτηση και παραχωρεί στο παιδί αυτό που εκείνο ζητά έστω κι αν ο ίδιος γνωρίζει ότι αυτή θα είναι η αρχή των οδύνων και για το παιδί και για τον πατέρα. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός δίνει το ουσιαστικό κι όχι μόνο θεωρητικό δικαίωμα σε κάθε άνθρωπο να επιλέγει αν θα ζει σε μια αγαπητική σχέση μαζί Του ή αν θα Τον απορρίπτει. Η αγάπη προς το Θεό έχει αξία και νόημα όταν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής κι όχι όταν είναι προϊόν καταναγκασμού, βίας και καταπίεσης. Ο Θεός της Εκκλησίας είναι Θεός ελευθερίας επειδή είναι Θεός αγάπης κι είναι Θεός αγάπης επειδή είναι Θεός ελευθερίας. Η μέγιστη αγάπη Του φαίνεται από το ότι χάρισε σε μας τους πεπερασμένους ανθρώπους την ελευθερία κι η μέγιστη ελευθερία μας φαίνεται από το ότι μπορούμε να απαρνηθούμε και να εγκαταλείψουμε τον Πλάστη και Δημιουργό μας. Μια από τις πιο αντιχριστιανικές αντιλήψεις είναι εκείνη που απαιτεί από το Θεό να καταργήσει την ελευθερία των ανθρώπων εν ονόματι της ηθικής, της καλοσύνης ή της πίστης.

Στη συνέχεια της παραβολής βλέπουμε το Θεό-Πατέρα να αγωνιά για το παιδί του για όσο διάστημα αυτό βρίσκεται μακριά του. Η από μέρους μας απόρριψη του Θεού δεν επιφέρει και τη δική του απόρριψη. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η αγάπη του δεν προσφέρεται υπό προϋποθέσεις. Ο Θεός πάντοτε μας αγαπά ως παιδιά του άσχετα αν εμείς πολλές φορές δεν τον θέλουμε για πατέρα μας. Ο Θεός μας αγαπά ακόμα και την ώρα της μεγάλης μας άρνησης κι η αγάπη Του μας προσφέρεται πάντοτε ως μια δυνατότητα σωτηρίας κι αλήθειας. Η πατρική αγάπη του Θεού διαχέεται αφειδώλευτα σε όλη την πλάση, σε αμαρτωλούς και σε αγίους, σε Χριστιανούς και σε αλλόθρησκους σε πιστούς και σε απίστους, σε ζηλωτές και σε αμφισβητίες, σε ορθόδοξους και σε αιρετικούς. Η διαφορά δεν βρίσκεται στην αγάπη του Θεού, που ζωογονεί την κτίση αδιακρίτως αλλά στην προσληπτική διάθεση και ικανότητα του ανθρώπου. Ο Θεός, επειδή δεν είναι προσωπολήπτης, αγαπά όλους ανεξαίρετα τους ανθρώπους με την ίδια ένταση και τον ίδιο πόθο αλλά οι άνθρωποι δεν αποδεχόμαστε με την ίδια δεκτικότητα την αγάπη του. Ο άγιος βιώνει την αγάπη του Θεού με πολύ μεγαλύτερη ένταση από ότι ένας ολιγόπιστος ή άπιστος. Όχι διότι είναι διαφορετική η αγάπη του Θεού αλλά διότι η καρδιά του αγίου αποδέχεται την αγάπη του Θεού και είναι ικανή να ευφρανθεί από τη γλυκύτητά της.

Στην τελική φάση της παραβολής, όταν ο υιός, συνειδητοποιώντας τις τραγικές και καταστροφικές συνέπειες της απομάκρυνσής του, επιστρέφει μετανιωμένος και ταπεινωμένος στην πατρική εστία, ο Πατέρας διαγράφει τα λάθη και τις αποτυχίες του παιδιού του, το συγχωρεί χωρίς δισταγμό και το αποκαθιστά ξανά ως παιδί του έστω κι αν εκείνο γνωρίζει ότι δεν αξίζει πια τέτοιας τιμής. Να τονίσω εδώ ότι ο Πατέρας δεν περίμενε το γιο του να φτάσει στο σπίτι αλλά μόλις τον αντιλήφθηκε «έτι δε αυτού μακράν απέχοντος» έτρεξε εκείνος κοντά του κι όπως ο ευαγγελιστής Λουκάς πολύ παραστατικά σημειώνει «επέπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν» (Λουκ. 15, 20). Προσέξετε! Δεν επιπλήττει το γιο του! Δεν τον ελέγχει! Δεν τον αποπέμπει! Δεν τον τιμωρεί! Δεν τον μειώνει! Δεν τον εξευτελίζει! Δεν τον εξουθενώνει! Διαγράφει το αμαρτωλό παρελθόν και προσβλέπει στο φωτεινό μέλλον. Αυτό που μετρά για το Θεό δεν είναι τα λάθη που έγιναν αλλά η χαρά της επιστροφής, η οποία ταυτίζεται με την επάνοδο στην αληθινή ζωή. Αυτός είναι ο Θεός Πατέρας. Η δική του απροσμέτρητη αγάπη νικά το δικό μας εγωισμό. Η δική του μεγαλωσύνη καλύπτει τη δική μας μικρότητα. Η δική του ζωή καταργεί το δικό μας θάνατο. Αυτό που ζητά από μας ο Θεός δεν είναι να είμαστε αναμάρτητοι. Κάτι τέτοιο θάταν εξωπραγματικό και εξωανθρώπινο. Αυτό που μας σώζει δεν είναι η ψευδαίσθηση της αναμαρτησίας αλλά η μετάνοια και η ταπείνωση που μας επιτρέπουν να επιστρέφουμε στην αδαπάνητη αγάπη του Θεού. Μόνο η εωσφορική αμετανοησία κι η υβριστική αλαζονεία μας εμποδίζουν να δεχθούμε την αγάπη του Θεού. Οι αμετανόητοι κι οι υπερήφανοι δεν συγχωρούνται από το Θεό όχι με την έννοια ότι μνησικακεί μ’ αυτούς ο Θεός αλλά με την έννοια ότι οι ίδιοι δεν θέλουν τη συγχώρεση από το Θεό.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο δικός μας Θεός Πατέρας σέβεται απόλυτα την ελευθερία μας, αγωνιά για μας έστω κι αν εμείς τον αρνούμαστε και μας δέχεται ξανά σαν παιδιά του όταν με την ταπείνωση και τη μετάνοια αφήσουμε πίσω μας τον αμαρτωλό τρόπο ζωής.

Η ομολογία ότι ο Θεός είναι κοινός Πατέρας (λέμε Πάτερ ημών) είναι ταυτόχρονα και μια ομολογία ότι ανάμεσα στους ανθρώπους υπάρχει μια σχέση γενικής, πνευματικής αλλά και βιολογικής αδελφοσύνης. Αν όλοι οι άνθρωποι έχουμε ένα κοινό πατέρα τότε όλοι είμαστε αδέλφια μεταξύ μας. Όλοι αποτελούμε μια τεράστια οικογένεια και όλοι είμαστε ίσοι.

Αυτό αναδεικνύει την ευθύνη που έχουμε ο ένας για τον άλλο. Δεν είμαστε ξένοι κι άγνωστοι, αντίπαλοι κι εχθροί αλλά αδελφοί, συν-άνθρωποι, παιδιά του ίδιου Θεού Πατέρα. Ο ακατάπαυστος αγώνας μας ως Χριστιανών είναι ακριβώς να βιώσουμε τούτη την αλήθεια και να μπορέσουμε να αγκαλιάσουμε όλη την πλάση με την αδελφική μας αγάπη. Η διαπίστωση του ευαγγελιστή Ιωάννη είναι ο θεμέλιος λίθος της εκκλησιαστική ζωής «ἐάν τίς εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τόν Θεόν, καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ μισῆ, ψεύστης ἐστίν. Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν ὅν ἐώρακε, τόν Θεόν ὅν οὔχ ἐώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α΄ Ιω. 4, 20).

Ο τοπικός προσδιορισμός “ἐν τοῖς οὐρανοῖς”, με τον οποίο ολοκληρώνεται η πρώτη φράση, έχει μεταφορικό νόημα και δεν πρέπει να ερμηνεύεται κυριολεκτικά. Ο Θεός βρίσκεται παντού και, βέβαια, δεν κατοικεί στο αχανές διάστημα. Είναι αφέλεια να αναμένει κανείς ότι ο Θεός έχει την κατοικία και το θρόνο του κάπου ανάμεσα στους πλανήτες. Γι’ αυτό και μόνο μειδίαμα μπορεί να προκαλέσει η ειρωνεία κάποιου κοσμοναύτη, που, όταν επέστρεψε στη γη, δήλωσε ότι δεν είδε πουθενά το Θεό. Η απλή απορία είναι τι άραγε περίμενε να δει; Νόμιζε ότι ο Θεός θα ήταν ένας άλλος Σούπερμαν που θα πετούσε στο Σύμπαν, θα του κτυπούσε το τζάμι του διαστημόπλοιου και θα του έλεγε «γεια σου, εδώ είμαι»; Η φράση «εν τοις ουρανοίς» θέλει να δείξει την απόσταση ουσίας που χωρίζει το Θεό από τα κτίσματά Του. Ο Θεός είναι ο Πατέρας μας αλλά η αγαπητική αυτή σχέση δεν καταργεί τη θεϊκή Του ουσία. Αυτός παραμένει Θεός κι εμείς παραμένουμε άνθρωποι. Η άκτιστη και αμετάβλητη φύση του Θεού μας είναι απρόσιτη, ασύλληπτη, ακατάληπτη, απερίγραπτη. Η ανθρώπινη φύση είναι κτιστή, φθαρτή και ευμετάβολη. Είναι η δική του άπειρη συγκατάβαση που μας μετατρέπει σε κατά χάρη παιδιά Του. Η οντολογική όμως απόσταση παραμένει και δεν καταργείται ποτέ.

Ἁγιασθήτω το ὄνομά Σου
(Ας αγιασθεί το όνομά Σου)

Εδώ προκύπτει το εξής ερώτημα: Γιατί παρακαλούμε να αγιαστεί το όνομα του Θεού; Δεν είναι ήδη αγιασμένο το όνομα του Θεού και περιμένει από εμάς να το αγιάσουμε; Και πώς μπορεί να αγιαστεί από εμάς το όνομα του Θεού αν δεν είναι ήδη αγιασμένο; Η απάντηση, βέβαια, είναι προφανής. Το όνομα του Θεού είναι ήδη αγιασμένο και η αγιότητά Του (αυτή καθαυτή) δεν επηρεάζεται από τη δική μας πνευματική κατάσταση ούτε κι από τις δικές μας ενέργειες καλές ή κακές, ηθικές ή ανήθικες. Η αγιότητα του Θεού δεν επηρεάζεται από την ανθρώπινη επιλογή. Το βαθύτερο νόημα αυτής της αιτήσεως βρίσκεται αλλού. Στην ουσία παρακαλούμε να μας δώσει ο Θεός τη δύναμη να αποκαλύψουμε σε όλους τους ανθρώπους την αγιότητα του Θεού με τη δική μας εξαγιασμένη ζωή. Δηλαδή η δική μας ζωή να γίνει ένας καθρέφτης, στον οποίο να καθρεφτίζεται η αγιότητα του Θεού κι έτσι με την παρουσία μας να κηρύσσεται παντού η αλήθεια του Θεού. Τα πιο αποτελεσματικά απολογητικά βιβλία της Εκκλησίας είναι οι βίοι των αγίων της. Η Εκκλησία θεμελιώνεται στους αγίους της καθώς στη δική τους ζωή αποκαλύπτεται η αγάπη, το έλεος, η χάρη, η δύναμη και η ευλογία του Θεού. Ο άγιος μιλά και με τη σιωπή του. Οι άγιοι είναι οι αδιάψευστοι οδηγοί μας στο δρόμο για το Θεό. Είναι η εγγύηση ότι η διδασκαλία της εκκλησίας είναι εφαρμόσιμη κι ότι ο στόχος της θέωσης δεν είναι ένα ουτοπικό ιδεολόγημα αλλά αλήθεια απτή, χειροπιαστή και ψηλαφητή. Καλούμαστε λοιπόν να γίνουμε άγιοι για να φωτίσουμε τον κόσμο με την αλήθεια και τη ζωή του Θεού. Ο Μαχάτμα Γκάντι, ο γνωστός αυτός Ινδός ηγέτης, είχε κάποτε πει ότι αν οι Χριστιανοί εφάρμοζαν αυτά που λέει το ευαγγέλιο δεν θα υπήρχαν άνθρωποι στον κόσμο που δεν θα γίνονταν Χριστιανοί. Η τραγική διαπίστωση είναι ότι εμείς οι σύγχρονοι Χριστιανοί με τη ζωή μας απομακρύνουμε τους ανθρώπους από την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Αυτό που λείπει από εμάς τους Χριστιανούς δεν είναι τα ωραία και περισπούδαστα λόγια αλλά η αγιότητα της ζωής μας. Γι’ αυτό και η πρώτη αίτηση της Κυριακής προσευχής σ’ αυτό αποβλέπει. Να μας δίνει ο Θεός τη δύναμη, τη φώτιση, τον πόθο αλλά και τη διάκριση να πορευόμαστε στον ατελεύτητο δρόμο της  αγιότητας. Αν τα καταφέρουμε, η χάρη του Θεού θα μεταμορφώνει τον κόσμο γιατί η ζωή μας θα είναι το αποτελεσματικότερο κήρυγμα που θα μπορούσαμε να κάναμε.

Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου
(Ας έλθει η βασιλεία Σου)

Κάθε Χριστιανός προσδοκεί με όλη τη δύναμη της ψυχής του τον ερχομό της βασιλείας του Θεού γιατί θα είναι μια εμπειρία ζωής στην οποία θα πρυτανεύει η αγάπη, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η χαρά, η ισότητα κι η αδελφοσύνη. Γι’ αυτό και όλα όσα κάνει ο αληθινός Χριστιανός στοχεύουν στον ερχομό της βασιλείας του Θεού. Πώς όμως θα γίνει απτή πραγματικότητα το όραμα της βασιλείας του Θεού; Η βασιλεία του Θεού δεν θα έρθει ουρανοκατέβατη κι ούτε θα γίνει πράξη με άκοπα κι ανέξοδα ευχολόγια. Η βασιλεία του Θεού δεν είναι ένα μαγικό δώρο που μας φέρνει κάποιος Άη Βασίλης ή μια καλή νεράϊδα χωρίς τη δική μας συμβολή. Η βασιλεία του Θεού είναι καρπός συνεχούς άσκησης και αδιάλειπτου αγώνα ενάντια στα πάθη και στις κακίες μας, στις μικρότητες και τις αδυναμίες μας. Η βασιλεία του Θεού έρχεται όταν ο κάθε Χριστιανός εφαρμόζει με απλότητα και συνέπεια, με ταπείνωση και χαρά, με πίστη και υπομονή όλα όσα η βασιλεία του Θεού επαγγέλλεται. Αν η βασιλεία του Θεού δεν θρονιαστεί πρώτα στην ψυχή μας δεν πρόκειται να γίνει ποτέ υπαρκτή πραγματικότητα. Γι’ αυτό και Τον ικετεύουμε να μας δώσει την απαραίτητη ενίσχυση ώστε ν’ αγωνιστούμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας για να φέρουμε τη βασιλεία Του πρώτα στην καρδιά μας και μετά στους γύρω μας. Ο αγώνας για τη βασιλεία του Θεού ξεκινά πρώτα από την καρδιά μας, που είναι το δικό μας βασίλειο. Αν η καρδιά μας γευτεί τη χαρά της βασιλείας του Θεού θα θελήσει να τη μεταδώσει παντού. Σε αντίθετη περίπτωση είναι ματαιοπονία να προσδοκούμε κάτι καλύτερο.

Ένα ερώτημα που αξίζει να το θέσουμε για εσωτερικό προβληματισμό είναι αν πράγματι, εμείς οι Χριστιανοί του 21ου αιώνα, θέλουμε να έλθει η βασιλεία του Θεού; Μήπως με τα χείλη μας ζητούμε τη βασιλεία του Θεού αλλά με τις πράξεις μας την εμποδίζουμε; Μήπως δε νιώθουμε την ανάγκη της βασιλείας του Θεού γιατί μας είναι αρκετό και ικανοποιητικό το βόλεμα που μας προσφέρει ο κοσμικός τρόπος ζωής; Μήπως τελικά είμαστε οι Χριστιανοί που μιλούμε για τη βασιλεία του Θεού αλλά εννοούμε τη βασιλεία των ανθρώπων; Αυτά είναι ερωτήματα που ο καθένας καλείται να τα απαντήσει με τη ζωή του. Στην Κυριακή προσευχή πάντως η βασιλεία του Θεού είναι το κυρίαρχο ζητούμενο.

Γενηθήτω το θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς 
(Ας εφαρμοστεί το θέλημά  Σου και στη γη όπως και στον ουρανό)

Η εκούσια και πιστή εφαρμογή του θελήματος του Θεού είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει πραγματικότητα η βασιλεία του Θεού. Το θέλημα του Θεού είναι η αληθινή καταξίωση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος ως δημιούργημα του Θεού, τελειοποιείται και γίνεται αληθινός όταν και όσο εφαρμόζει στη ζωή του το θέλημα του Θεού. Η εφαρμογή του θελήματος του Θεού χαρίζει στον άνθρωπο ευτυχία και ψυχοσωματική αρμονία καθώς αποκαθιστά τις σχέσεις του ανθρώπου με το Θεό, με το συνάνθρωπο, με την κτίση και με τον ίδιο τον εαυτό του. Η απομάκρυνση από το θέλημα του Θεού επιφέρει στον άνθρωπο εσωτερική αναστάτωση και μέγιστη δυστυχία καθώς απομακρύνεται από αυτό για το οποίο φτιάχτηκε. Ο άνθρωπος έχασε τον τρόπο ζωής του Παραδείσου όταν δεν τήρησε το θέλημα του Θεού και παρέμεινε αμετανόητα προσκολλημένος σ’ αυτή του την επιλογή. Από την άλλη η ελεύθερη υπακοή του Χριστού στο θέλημα του Πατέρα, η σταυρική του θυσία και η ζωηφόρος ανάστασή του χάρισαν ξανά στον άνθρωπο την παραδείσια κοινωνία με το Θεό.

Η υποταγή στο θέλημα του Θεού δεν είναι στέρηση της ελευθερίας. Ίσα-ίσα που είναι η μεγαλύτερη καταξίωσή της. Η ελευθερία του ανθρώπου δεν κινδυνεύει από το θέλημα του Θεού. Κινδυνεύει πολύ περισσότερο από τις κακίες και τις αμαρτίες που φωλιάζουν μέσα μας και απειλούν να καταστρέψουν ό,τι ομορφότερο, ό,τι αγνότερο κι ό,τι αληθινότερο κρύβεται μέσα μας. Το θέλημα του Θεού ελευθερώνει τον άνθρωπο ενώ το θέλημα της αμαρτίας σκλαβώνει κι υποδουλώνει τον άνθρωπο στη χειρότερη και φρικιαστικότερη σκλαβιά που μπορεί να υπάρξει. Αν οι άνθρωποι καταλαβαίναμε πόση χαρά και πόση γαλήνη θα μας έδινε η εφαρμογή του θελήματος του Θεού τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Δυστυχώς όμως η ολιγοπιστία μας δίνει προτεραιότητα σε άλλα θελήματα κι όχι στο θέλημα του Θεού.

Στην αποδοχή του θελήματος του Θεού εμπεριέχεται και η αποδοχή της σταυρικής διάστασης της ζωής. Ο πόνος και η θλίψη είναι συνώνυμα με τη ζωή. Η χωρίς μεμψιμοιρίες αποδοχή του πόνου τον μεταποιεί σε θεϊκή ευλογία και το πνευματικό κέρδος είναι πολλαπλό. Να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Χριστιανός δεν είναι αυτός που λόγω της πίστης του έχει ασυλία από τον πόνο. Χριστιανός είναι αυτός που ελεύθερα αίρει το Σταυρό του και γνωρίζει ότι «τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (Ρωμ. 8, 28).

Μια απορία που μπορεί να εγερθεί είναι πού βρίσκουμε το θέλημα του Θεού; Η απάντηση είναι ότι το θέλημα του Θεού αποκαλύπτεται ατόφιο μέσα στη ζωή της εκκλησίας. Η Αγία Γραφή, που είναι η γραπτή πίστη της εκκλησίας, και η Ιερή Παράδοση, που είναι ο γραπτός και ο βιωματικός τρόπος με τον οποίο έζησε και ερμήνευσε η εκκλησία την αποκάλυψη του Θεού, μάς προσφέρουν τις αψευδείς πηγές μέσα στις οποίες ανακαλύπτουμε το ζωογόνο θέλημα του Θεού.

Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον 
(Το ψωμί που είναι απαραίτητο για την ουσία μας δώσε μας το σήμερα)

Το επόμενο αίτημα έχει ως κεντρικό περιεχόμενό του τον επιούσιον άρτον, δηλαδή το απαραίτητο για την ουσία μας ψωμί. Η προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε την έννοια του άρτου περνά μέσα από την απάντηση που θα δώσουμε στο ερώτημα για τη βαθύτερη ουσία μας. Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού κι αυτό που τον διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα δημιουργήματα είναι η ψυχοσωματική του οντότητα, η οποία διαπερνά κάθε του δραστηριότητα. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σώμα ούτε μόνο ψυχή. Είναι ταυτόχρονα και ψυχή και σώμα και κάθε ενέργεια, δραστηριότητα και συμπεριφορά του εμπεριέχει το διπλό αυτό χαρακτήρα. Τίποτε το ανθρώπινο δεν είναι αμιγώς σωματικό ή αμιγώς ψυχικό. Όλα τα ανθρώπινα έχουν ψυχοσωματική διάσταση. Γι’ αυτό και ο θάνατος είναι ένα τραγικό συμβάν καθώς διασπά την ενότητα αυτή. Παρενθετικά να αναφέρουμε ότι αυτό που προσδοκούμε οι Χριστιανοί δεν είναι απλώς η σωτηρία της ψυχής αλλά η σωτηρία του ανθρώπου ως ψυχοσωματικού όντος γι’ αυτό και μιλούμε για ανάσταση νεκρών και για ενσώματη συμμετοχή στη βασιλεία του Θεού. Αν, λοιπόν, ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικός σημαίνει ότι ο επιούσιος άρτος, στον οποίο αναφέρεται η Κυριακή προσευχή, δεν είναι μόνο το υλικό ψωμί, δηλαδή, οι διάφορες υλικές, σωματικές, συναισθηματικές ανάγκες μας, αλλά και η πνευματική τροφή, που είναι απαραίτητη σε κάθε άνθρωπο και η οποία είναι η αγαπητική σχέση με το Θεό. Η διακήρυξη της Παλ. Διαθήκης, “οὐκ ἐπ’ ἄρτω μόνον ζήσεται ἄνθρωπος”, την οποία επανέλαβε ο Κύριος ως απάντηση στον πρώτο πειρασμό, είναι πέρα για πέρα αληθινή και τη βλέπουμε να επαληθεύεται καθημερινά. Ο άνθρωπος δεν αρκείται μόνο με την ικανοποίηση των υλικών αναγκών του. Οι υλικές ανάγκες είναι σίγουρα σημαντικές και καμιά θεολογία δεν δικαιούται να τις αγνοεί ή να τις περιφρονεί. Όμως ο άνθρωπος εκτός από σώμα είναι και ψυχή και γι’ αυτό χρειάζεται και κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο με το οποίο θα χορτάσει την πνευματική πείνα και την πνευματική δίψα του. Βλέπουμε γύρω μας ανθρώπους που έχουν όλα όσα θα ικανοποιούσαν τις υλικές τους ανάγκες κι όμως η δυστυχία είναι βαθειά ριζωμένη στην ψυχή τους. Έτσι η ικεσία για την τροφή είναι ταυτόχρονα και αίτημα για πνευματική πληρότητα, για νόημα ζωής, για υπαρξιακή αλήθεια, για θεανθρώπινη κοινωνία. Οι πατέρες της Εκκλησίας πολύ γρήγορα ερμήνευσαν τη φράση αυτή ως επιθυμία συμμετοχής στη Θεία Ευχαριστία όπου προσφέρεται ως άρτος και ως οίνος το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και στη Θ. Λειτουργία η εκφώνηση της Κυριακής Προσευχής γίνεται ελάχιστα πριν από τη στιγμή της Θείας Κοινωνίας. Παρακαλούμε, λοιπόν, το Θεό να γίνει ο τροφός, η τροφή κι ο χορηγός της ζωής μας. Κάποιοι φιλόσοφοι είπαν, ότι ο άνθρωπος είναι αυτό το οποίο καταναλώνει ως τροφή. Αν η τροφή του ανθρώπου είναι το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί οι πατέρες ονόμασαν τον άνθρωπο «Θεόν περιπολούντα εν σαρκί» και «ζώον θεούμενον».

Βεβαίως όπως προαναφέραμε ο άρτος περιλαμβάνει και τις σωματικές μας ανάγκες τις οποίες εναποθέτουμε στην αγάπη του Θεού. Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι άλλο πράγμα είναι οι αληθινές και απαραίτητες ανάγκες μας κι άλλο οι επίπλαστες και φτιαχτές. Οι σωματικές ανάγκες που αποκαλούμε επίπλαστες και φτιαχτές είναι εκείνες που έχουν σαν ρίζα τους την επιδειξιομανία, τη μεγαλομανία, τον καταναλωτισμό και τον αρχοντοχωριατισμό μας. Αυτές οι ανάγκες σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επιούσιος άρτος.

Κάτι που πρέπει ακόμη να επισημάνουμε είναι ότι η Κυριακή προσευχή έχει συλλογικό, εκκλησιαστικό χαρακτήρα κι όχι ατομικό, ιδιωτικό. Δεν παρακαλούμε μόνο για το ατομικό μας ψωμί, μόνο για τις ιδιωτικές μας ανάγκες και επιθυμίες αλλά για το ψωμί, τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλης της Εκκλησίας. Αυτή είναι η εκκλησιαστική προσευχή. Δεν είναι μια κίνηση που αποβλέπει στην ατομική μας ικανοποίηση αλλά μια στάση ζωής, που αγκαλιάζει ολόκληρη την εκκλησία. Παρακαλούμε όλοι για όλους κι αυτή η εν Θεώ και εν αγάπη ενότητα συγκροτεί την εκκλησιαστική ζωή.

Η Εκκλησία δεν είναι ο χώρος και ο τρόπος του εγώ αλλά η φανέρωση του εμείς.

Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς οφειλέταις ἡμῶν 
(Και συγχώρεσε τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε αυτούς που μας έκαναν κακό)

Το αίτημα αυτό αναφέρεται στις διαπροσωπικές σχέσεις, τις οποίες η Εκκλησία διασυνδέει άμεσα με τη σχέση μας με τον ίδιο το Θεό. Για μια ακόμη φορά επαναλαμβάνεται η βασική εκκλησιαστική αντίληψη ότι η σχέση του ανθρώπου με το Θεό περνά μέσα από τη σχέση του με το συνάνθρωπο. Ο άνθρωπος σώζεται ή κατακρίνεται με κριτήριο τη σχέση του με το συνάνθρωπό του. Η αίτηση αυτή θεωρεί ως δεδομένο ότι κάθε άνθρωπος έχει οφειλές προς το Θεό αλλά και οφειλές προς τους συνανθρώπους του. Είναι, αν θέλετε, φυσιολογικό μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης αδυναμίας να δημιουργούμε με την όλη μας ζωή οφειλές τόσο προς το Θεό όσο και προς τους συνανθρώπους μας. Ηθελημένα ή άθελα, εκούσια ή ακούσια, με πρόθεση ή χωρίς πρόθεση αμαρτάνουμε με τα λόγια, με τις σκέψεις, με τις πράξεις μας και προς το Θεό και προς τους συνανθρώπους μας. Αν, λοιπόν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια κοινωνία αγάπης είναι βασικότατη η ανάγκη να συγχωρούμε όσους μας έφταιξαν, να ζητούμε να μας συγχωρήσουν εκείνοι στους οποίους φταίξαμε και, βέβαια, να ικετεύουμε να μας συγχωρέσει όλους ο Θεός. Η Εκκλησία είναι το εργαστήρι στο οποίο οι άνθρωποι καλούνται να ασκήσουν τη συγχωρητικότητα προς τους άλλους, να καλλιεργήσουν την ταπείνωση για να αναγνωρίζουν την πίκρα που προκάλεσαν στον αδελφό τους και να ενδυναμώσουν τη μετάνοια που χρειάζεται για να εκζητούν το έλεος του Κυρίου.

Η αλληλοσυγχωρητικότητα των ανθρώπων συνδέεται αδιάσπαστα με τη δυνατότητά μας να ζητούμε συγχώρεση από το Θεό. Ζητούμε από το Θεό να μας συγχωρήσει και ταυτόχρονα του καθορίζουμε το μέτρο και το κριτήριο, που δεν είναι άλλο από τη δική μας συγχωρητικότητα. Τόσο να μας συγχωρέσει όσο εμείς συγχωρούμε (ως και ημείς αφίεμεν). Δηλαδή, αν εμείς δεν συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας τότε δε νομιμοποιούμαστε να ζητήσουμε το έλεος του Κυρίου. Το πόσο θα μας συγχωρέσει ο Θεός το προδιορίζουμε εμείς με το βαθμό συγχωρητικότητας που δείχνουμε στους άλλους.
Παρατηρείται συνήθως το εξής φαινόμενο. Όταν εμείς πικράνουμε τους άλλους βρίσκουμε χίλιες δυο δικαιολογίες για το ατόπημά μας και θεωρούμε αυτονόητη τη συγχώρεση των άλλων. Όταν όμως οι άλλοι μας πικράνουν όχι μόνο δεν δίνουμε εύκολα τη συγχώρεσή μας αλλά ζητούμε την κεφαλή τους επί πίνακι. Κι όχι μόνο αυτό. Καταχωρούμε το λάθος των άλλων στη μνήμη μας και το ανασύρουμε κάθε λίγο καιρό. Η συγχωρητικότητα, όμως, δεν είναι η πρόσκαιρη και τυπική ομαλοποίηση των διαπροσωπικών σχέσεων. Η  συγχωρητικότητα είναι η αδελφή της ανεξικακίας. Συγχωρώ σημαίνει διαγράφω και λησμονώ το λάθος των άλλων και δεν δημιουργώ στην καρδιά μου αρνητική προκατάληψη για τον αδελφό μου. Πολύ περισσότερο σημαίνει αποφεύγω κάθε σκέψη για εκδίκηση και ανταπόδοση της κακίας. Η αλυσίδα της κακίας ενισχύεται με την εκδικητικότητα και τη μνησικακία. Αντίθετα, αποδυναμώνεται με την αγάπη και τη συγχώρεση. Σ’ αυτό το πνεύμα θα πρέπει να ερμηνεύσουμε και τα λόγια του Χριστού «όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την άλλην» (Ματθ. 5, 39) αλλά και την παραίνεση του Απ. Παύλου «μη νικώ υπό του κακού αλλά νίκα εν τω αγαθώ το κακόν». Συν-χωρώ σημαίνει χωρώ με τον άλλο στον ίδιο τόπο, δηλαδή συνυπάρχω μαζί του αγαπητικά, αντικρίζω κατάματα τον άλλο χωρίς να γεμίζει η καρδιά μου με πίκρα, θυμό ή αγανάκτηση. Αν αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε, δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να ζητήσουμε από το Θεό συγχώρεση γιατί οι δικές μας οφειλές προς το Θεό είναι απείρως περισσότερες από όσα μπορεί να μας οφείλει ένας συνάνθρωπος μας. Αν ο Θεός συγχώρεσε τη Σταύρωση που του επιβάλαμε και τη μετέτρεψε σε πηγή ζωής για την ανθρωπότητα πώς νομιμοποιούμαστε εμείς να μνησικακούμε εναντίον οποιουδήποτε; Κάθε φορά, λοιπόν, που λέμε αυτή την προσευχή θα πρέπει να θυμόμαστε ότι το να συγχωρούμε τους άλλους είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να συγχωρέσει κι εμάς ο Θεός.

Καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ
(Και μη μας βάζεις σε δοκιμασία αλλά απάλλαξέ μας από τον πονηρό)

Είναι διπλό το αίτημα αυτό. Πρώτα, παρακαλούμε το Θεό να μην επιτρέπει στη ζωή μας πειρασμούς δυσβάστακτους κι ύστερα εκφράζουμε την επιθυμία μας να κατανικηθεί ο μισόκαλος Διάβολος, που προσπαθεί με μανία να απομακρύνει τους ανθρώπους από το Θεό για να απαλύνει τη δική του δυστυχία.

Το νόημα των πειρασμών και των δοκιμασιών είναι από τα πιο δυσεξήγητα στη θεολογία. Κι αυτό γιατί η ζωή και ειδικά ο πόνος είναι ένα δυσπρόσιτο στη διάνοιά μας μυστήριο. Η ανθρώπινη κρίση είναι πολύ μικρή για να μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει το νόημα του πόνου, της δοκιμασίας και της θλίψης. Αν θέλουμε βέβαια να ακριβολογήσουμε θα πρέπει να δεχτούμε ότι ολόκληρη η ζωή μας είναι μια συνεχής δοκιμασία. Από την ώρα που ανοίγουμε τα μάτια μας στον κόσμο αυτό μέχρι και την ώρα που θα τα κλείσουμε για τελευταία φορά, βρισκόμαστε σ’ ένα στάδιο αγώνα και άσκησης και καθετί που ζούμε έχει το χαρακτήρα της δοκιμασίας. Δοκιμαζόμαστε στη χαρά και στη λύπη, στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα, στα απλά και στα δύσκολα. Κάθε στιγμή της ζωής μας είναι μια δοκιμασία με την έννοια ότι καλούμαστε διαρκώς να αποδεικνύουμε την αλήθεια των διακηρύξεών μας και τη γνησιότητα της πίστης μας. Βεβαίως, οι άνθρωποι αισθανόμαστε πολύ πιο έντονη την έννοια της δοκιμασίας σε στιγμές δύσκολες, δυσάρεστες και τραγικές. Εκείνες τις ώρες είναι που δοκιμάζεται περισσότερο η πίστη μας στην αγάπη, την πρόνοια και τη δικαιοσύνη του Θεού.

Κανένας από μας που κινούμαστε στη μετριότητα της Χριστιανικής ζωής δεν σκανδαλίζεται για ένα ευχάριστο γεγονός που του συνέβηκε παρόλον ότι και ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε αυτό το γεγονός είναι μια δοκιμασία της Χριστιανικότητάς μας. Οι περισσότεροι, δυστυχώς, αισθανόμαστε την πίστη, την ελπίδα και την υπομονή μας να κλονίζονται όταν ένα άσχημο συμβάν αναστατώσει τη δική μας ζωή. Εκείνη την ώρα διερωτώμαστε έντονα γιατί ο Θεός επιτρέπει να συμβαίνουν τόσα άσχημα πράγματα, πώς συμβιβάζεται η αγάπη και η δικαιοσύνη του Θεού με την δική μας θλίψη; Εννοείται βέβαια ότι δεν αισθανόμαστε τον ίδιο σκανδαλισμό και την ίδια απελπισία όταν τα δυσάρεστα συμβαίνουν σε άλλους ανθρώπους. Συνήθως το παράπονό μας από το Θεό είναι γιατί να υποφέρουμε εμείς και όχι γιατί να μην υποφέρουμε εμείς.

Γνωρίζοντας ο Κύριος αυτή μας την αδυναμία, μάς δίνει το δικαίωμα να τον παρακαλούμε να μας δίνει τη δύναμη που χρειάζεται για ν’ αντέχουμε στα δυσάρεστα χωρίς ν’ απογοητευόμαστε, να υπομένουμε στα δύσκολα χωρίς ν’ απελπιζόμαστε, να εμπιστευόμαστε το Θεό ακόμα και την ώρα που τα κύματα της ζωής φαίνονται έτοιμα να μας συνθλίψουν. Η υπέρβαση του πόνου μπορεί να γίνει μόνο με την πίστη, που στηρίζεται σε τρία βασικά δεδομένα. Πρώτον, ο πόνος είναι μια δυσάρεστη μεν, αναγκαία όμως διαδικασία μέσα από την οποία ο άνθρωπος πρέπει να διέλθει για να ωριμάσει και να προκόψει πνευματικά. Η πεποίθηση αυτή μετατρέπει τον πόνο σε ευλογία και όχι σε κατάρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε μαζοχιστές και αρεσκόμαστε σε οδυνηρές καταστάσεις αλλά ότι έχουμε τον απαραίτητο ψυχικό καταρτισμό ώστε να αξιοποιούμε πνευματικά και τα δυσάρεστα. Έτσι μια θλίψη μπορεί να μας βοηθήσει να γίνουμε πιο ταπεινοί, πιο φιλάνθρωποι, πιο υπομονετικοί και πιο μεγαλόψυχοι. Δεύτερον, ο Θεός επιτρέπει να δεχτούμε δοκιμασίες εφ’ όσον αυτές είναι μέσα στα όρια των δικών μας αντοχών έστω κι αν εμείς δεν τα συνειδητοποιούμε. Πολλές φορές μάλιστα οι δυσκολίες μας βοηθούν ν’ ανακαλύψουμε μέσα μας περισσότερες δυνάμεις απ’ όσες νομίζαμε ότι διαθέτουμε. Τρίτον, την ώρα του μεγάλου πόνου ο Θεός είναι δίπλα μας έστω κι αν εμείς νομίζουμε ότι μας εγκατέλειψε ή κι αν ακόμα εμείς τον αρνούμαστε. Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι ο Χριστός στον οποίο πιστεύουμε είναι ο σαρκωμένος Θεός, που δεν απέφυγε τον πόνο αλλά τον γεύτηκε μέχρι και την τελευταία του σταγόνα. Την ώρα του πόνου η χάρη του Θεού είναι παρούσα και μας στηρίζει έστω κι αν εμείς εκείνη τη στιγμή δεν το αντιλαμβανόμαστε.

Το τελευταίο αίτημα της προσευχής είναι η έκφραση της έντονης επιθυμίας μας για την οριστική και τελεσίδικη εκμηδένιση της εξουσίας του Διαβόλου, η οποία θα γίνει με τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου. Ο Διάβολος έχει βέβαια την ισχύ που εμείς του επιτρέπουμε να έχει αλλά δυστυχώς η δική μας αδυναμία οπλίζει συνεχώς τη δική του κακία. Γι’ αυτό και φαίνεται να ζούμε σ’ ένα κόσμο που υπηρετεί με επιμονή το διαβολικό θέλημα. Διακαής πόθος, λοιπόν, κάθε Χριστιανού είναι η αποδυνάμωση του μισόκαλου Εωσφόρου καθώς αυτός αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στο έργο του Θεού. Ο πόθος αυτός εκφράζεται μέσα από την τελευταία ικεσία της Κυριακής προσευχής. Επειδή δε η πλήρης καθυπόταξη του διαβόλου θα γίνει με το τέλος της παρούσας μορφής του ιστορικού, κοσμικού χωροχρόνου έμμεσα αλλά σαφέστατα η θεοδίδακτη προσευχή κλείνει, όσον αφορά τα αιτήματα, με την ικεσία να έρθει όσο πιο γρήγορα γίνεται η Δεύτερη Παρουσία του Κυρίου. Αυτή θα σημάνει την αρχή μιας νέας ζωής στην οποία δεν θα υπάρχει θάνατος, δεν θα υπάρχει πόνος, λύπη και στεναγμός αλλά θα πρυτανεύει αδιάκοπα η ατελεύτητη ζωή, η αδαπάνητη χαρά, η αναλλοίωτη αλήθεια, η παντοδύναμη θεϊκή αγάπη.

Γιαννάκης Μ. Ιωάννου

Print This Post Print This Post
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars (No Ratings Yet)
Loading ... Loading ...